factograf
EL

είδος φυτού

Αρακάς

Αρακάς

Key facts

είναιτάξη
επιστημονική ονομασίαPisum sativum
ταξινομική βαθμίδαείδος

Ως αρακάς αναφέρεται συνήθως το μικρό σφαιρικό πράσινο σπέρμα-καρπός ή ο πολύσπερμος λοβός του φυτού Πίσον το ήμερον (Pisum sativum), όσο και το ίδιο το φυτό. Το μπιζέλι (Pisum sativum var. saccharatum) πολλές φορές συγχέεται με τον αρακά. Οι λοβοί ή χέδρωπες αποτελούν βοτανολογικά φρούτα, που περιέχουν αρκετά σπέρματα, τα οποία αναπτύσσονται από την ωοθήκη του άνθους. Το P. sativum είναι μονοετές φυτό. Η φύτευση μπορεί να λάβει χώρα από το χειμώνα μέχρι νωρίς το καλοκαίρι, ανάλογα με τη τοποθεσία. Το μέσο βάρος του κάθε αρακά είναι ανάμεσα σε 0,1 και 0,36 γραμμάρια. Ο ανώριμος αρακάς χρησιμοποιείται ως λαχανικά, φρέσκα, κατεψυγμένα ή κονσερβοποιημένα. Ενώ ο αρακάς καταναλώνεται ξεσπιρισμένος, τα μπιζέλια τρώγονται ολόκληρα με τα καρπόφυλλα (εξ ου και η Γαλλική ονομασία mangetout).

Ο άγριος αρακάς απαντά στη Μεσόγειο και στην Εγγύς Ανατολή. Τα αρχαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα αρακά χρονολογούνται από το τέλος της Νεολιθικής Εποχής εκεί που σήμερα είναι η Ελλάδα, η Συρία, η Τουρκία και η Ιορδανία. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η καλλιέργειά του στο Δέλτα του Νείλου γινόταν ήδη από το 4800-4400 π.Χ., καθώς και στη Γεωργία από την 5η χιλιετία π.Χ.. Ανατολικότερα η καλλιέργεια άρχισε αργότερα. Στο Αφγανιστάν ο αρακάς έφτασε περίπου το 2000 π.Χ. και στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ. άρχισε η καλλιέργειά του στη λεκάνη του Γάγγη και στη νότια Ινδία.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, οι παρατηρήσεις του Αυστριακού μοναχού Γκρέγκορ Μέντελ σε φυτά αρακά οδήγησαν στις αρχές της μεντελικής κληρονομικότητας, τη βάση της σύγχρονης γενετικής.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

  • Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Αρακάς στο Wikimedia Commons
  • Λεξιλογικός ορισμός του αρακάς στο Βικιλεξικό


Read next

In 137 languages

ΕλληνικάAfrikaansአማርኛaragonésالعربيةمصرىasturianuazərbaycancaتۆرکجهžemaitėškaбеларускаябългарскиभोजपुरीবাংলাབོད་ཡིགbrezhonegbosanskicatalà閩東語 / Mìng-dĕ̤ng-ngṳ̄CebuanoکوردیcorsučeštinakaszëbscziчӑвашлаCymraegdanskDeutschdolnoserbskiދިވެހިބަސްemiliàn e rumagnòlEnglishEsperantoespañoleestieuskaraestremeñuفارسیsuomiNa Vosa VakavitifrançaisNordfriiskGaeilgeGàidhliggalegoAvañe'ẽગુજરાતીGaelgעבריתहिन्दीhrvatskihornjoserbsceKreyòl ayisyenmagyarհայերենBahasa IndonesiaIdoíslenska日本語JawaKongoқазақшаಕನ್ನಡ한국어перем комиکٲشُرkurdîLatinaLigureLadinlombardlingálalietuviųlatviešuмокшеньмакедонскиമലയാളംмонголमराठीкырык марыBahasa MelayuNapulitanoNedersaksiesनेपालीNederlandsnorsk nynorskoccitanиронਪੰਜਾਬੀDeitschpolskiپنجابیportuguêsRuna SimiromânăarmãneashtiрусскийIkinyarwandaसंस्कृतम्ᱥᱟᱱᱛᱟᱲᱤsicilianuScotsسنڌيdavvisámegiellasrpskohrvatski / српскохрватскиසිංහලSimple EnglishslovenčinaslovenščinaGagana Samoashqipсрпски / srpskiSeelterskSundasvenskaKiswahiliதமிழ்తెలుగుไทยTagaloglea faka-TongaTürkçeтатарча / tatarçaукраїнськаاردوoʻzbekcha / ўзбекчаvènetovepsän kel’Tiếng ViệtWest-VlamsWinaray吴语VahcuenghZeêuws文言粵語中文

Text from Wikipedia, CC BY-SA 4.0 · Source article